βίσονας

Κοινή ονομασία ορισμένων θηλαστικών μηρυκαστικών της οικογένειας των βοοειδών, της τάξης των αρτιοδακτύλων. Παλαιότερα ήταν πολύ διαδεδομένοι στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική. Όμως, το εντατικό κυνήγι κατά τους τελευταίους δύο αιώνες, για το κρέας και για το δέρμα τους, τους έχει περιορίσει σε μικρές ομάδες προστατευμένες σε ζωολογικούς κήπους. Ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, από τα 60 εκατομμύρια β. που υπολογίζεται ότι υπήρχαν κατά την άφιξη των Ευρωπαίων, το 1900 είχαν απομείνει λίγες εκατοντάδες· μια διαδεδομένη συνήθεια των αποίκων τον 19ο αι. ήταν να σκοτώνουν τους β. στη διάρκεια των μετακινήσεών τους με τα τρένα, ως σπορ. Ο ευρωπαϊκός β. έχει δύο υποείδη: το τυπικό ή λιθουανικό και του Καυκάσου, που έχει σχεδόν εκλείψει. Από τα λίγα άτομα της λιθουανικής ράτσας, που ζουν στα δάση της Μπιελοβίσκα, στην Πολωνία (όπου ζούσε η ανθεκτικότερη άγρια αγέλη), και από διασταύρωση με τον αμερικανικό β. έχουν προέλθει τα άτομα που ζουν σήμερα στην Ευρώπη. Ο ευρωπαϊκός β. είναι από τα πιο ογκώδη χερσόβια θηλαστικά: έχει μήκος περίπου 3,50 μ., από τα οποία τα 80 εκ. αντιστοιχούν στην ουρά, ύψος στο ακρώμιο σχεδόν 2 μ. και μέσο βάρος 700 κιλά. Στο κεφάλι φέρει δύο μικρά στρογγυλά κέρατα που εκφύονται από τις πλευρές του μετωπικού οστού και κάμπτονται τοξοειδώς προς τα πάνω· τα μάτια του είναι σχετικά μικρά και προεξέχουν· από την κάτω σιαγόνα κρέμεται μακρύ και πυκνό τρίχωμα σαν γενειάδα· από τον λαιμό έως τη μέση σχεδόν της ράχης έχει ένα εξόγκωμα. Ο αμερικανικός β. (γνωστός και ως μπούφαλο ή μπάφαλο) έχει ουρά και πόδια πιο κοντά, μικρότερες διαστάσεις (συνολικό μήκος 3 μ.), φαίνεται όμως ογκωδέστερος εξαιτίας του μεγάλου εξογκώματος της ράχης και του μετώπου· το τρίχωμά του είναι αφθονότερο και μακρύτερο. Ο αμερικανικός β. έχει δύο υποείδη: το ιθαγενές των καναδικών δασών και τοτυπικό των λιβαδιών, που ήταν άλλοτε διαδεδομένο μέχρι το Μεξικό. Ο αμερικανός βίσονας ζει σε δάση του Καναδά, είναι μικρότερος από τον ευρωπαϊκό, έχει όμως εντυπωσιακότερη και ογκωδέστερη εμφάνιση λόγω της κατασκευής του (φωτ. Bevilacqua). Ο ευρωπαϊκός βίσονας, περιορισμένος σήμερα σε ελάχιστα δείγματα, ζει σε δάση της Πολωνίας.
* * *
ο (Α βίσων, -ωνος)
ζώο που ανήκει στο γένος των Αρτιοδάκτυλων θηλαστικών και είναι μεγαλύτερο από το βόδι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Λ. γερμανικής προέλευσης, η οποία εισήχθη στην Ελληνική πιθ. μέσω του λατ. bison (πρβλ. αρχ. άνω γερμ. wisunt)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • βίσονας — ο είδος μεγαλόσωμου άγριου μηρυκαστικού που συγγενεύει με το βόδι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Αμερική — I (America) Μία από τις πέντε ηπείρους του πλανήτη μας· γεωγραφικά χωρίζεται σε τρία τμήματα, τη Βόρεια Α., την Κεντρική Α. (μαζί με τα νησιά της Καραϊβικής θάλασσας) και τη Νότια ή Λατινική Α. Πολιτικά, τα τελευταία χρόνια έχει επικρατήσει η… …   Dictionary of Greek

  • Βισνού — Ινδική θεότητα που κατά τις Βέδες είναι η ενέργεια που διαποτίζει το σύμπαν. Στον ινδουισμό έλαβε τεράστια σπουδαιότητα, επειδή θεωρήθηκε ο θεός που ξυπνά το σύμπαν για μια νέα ζωή στην αρχή κάθε κοσμικού αιώνα (κάλπα)ή η αρχή που συντηρεί τη ζωή …   Dictionary of Greek

  • Ευρώπη — I Μία από τις πέντε ηπείρους. Είναι το μικρότερο τμήμα του κόσμου μετά την Αυστραλία και την Ωκεανία. Από μία άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί το ακραίο δυτικό τμήμα της Ασίας, της οποίας αποτελεί τη φυσική προέκταση. Πράγματι, δεν υπάρχουν φυσικά… …   Dictionary of Greek

  • αγριοβούβαλο — Το άγριο βόδι, o αγριοβούβαλος. Βλ. λ. βίσονας. * * * το άγριο βόδι, ο βούβαλος, ο βίσωνας …   Dictionary of Greek

  • βόνασος — ο (Α βόνασος και βόνασσος) βίσονας, άγριο βόδι. [ΕΤΥΜΟΛ. Δάνεια λ., πιθ. πελασγικής προελεύσεως] …   Dictionary of Greek

  • κυνήγι — Η καταδίωξη άγριων ζώων με σκοπό τον φόνο ή τη σύλληψή τους στο φυσικό τους περιβάλλον. Πρωταρχικό κίνητρο του κυνηγού υπήρξε η προμήθεια τροφής· αργότερα ο κυνηγός χρειαζόταν επίσης τα δέρματα, τα οστά και τις τρίχες των θηραμάτων για την… …   Dictionary of Greek

  • βοοειδή — Οικογένεια αρτιοδακτύλων θηλαστικών, μηρυκαστικών, στην οποία ανήκουν πολλά οικιακά ζώα μεγάλου μεγέθους, χρήσιμα στην οικονομία των ανθρώπων, και πολλά άγρια, όπως ο βούβαλος, ο βίσονας, η αντιλόπη, το γκνου κ.ά. Τα β. ζουν σε όλα τα μέρη της… …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

  • μπούφαλο — Θηλαστικό. Βλ. λ. βίσονας …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.